Δεν είμαι άνθρωπος συνηθισμένος στις εκπλήξεις.

Έχω πιάσει τα 160 χιλιόμετρα την ώρα και ούτε που το’ χω καταλάβει. Το μυαλό μου είναι ακόμα κολλημένο  στο τελευταίο τηλεφώνημά της.

Νεφέλη…     

Η φωνή της ακουγόταν πολύ ταραγμένη. Σχεδόν κλαμένη. Τι σ’ έπιασε σήμερα, κορίτσι μου; Τι μπορεί να σου συμβαίνει;

Είπαμε, δεν είμαι άνθρωπος συνηθισμένος στις εκπλήξεις. Και ειδικά στις δυσάρεστες εκπλήξεις. Βέβαια, το γεγονός  ότι άκουσα ξανά τη φωνή μετά από τόσο καιρό, αυτό και μόνο αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη. Όμως… κάτι δεν μου αρέσει… Κάτι δεν κολλάει… Εννοώ, πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που αποφάσισε να εξαφανιστεί; Έξι μήνες;… Όχι. Οχτώ μήνες;… Να πάρει! Πέρασαν κιόλας οχτώ ολόκληροι μήνες, γιατί λοιπόν να είμαι εγώ ο πρώτος άνθρωπος που τηλεφώνησε;

Τώρα οδηγάω στον παραλιακό δρόμο σαν τρελός κι έχω ανοίξει στο τέρμα την ένταση του ραδιοφώνου. Δεν βοηθάει όμως αυτό. Μόνο τα  λόγια της ηχούν δυνατά στα αυτιά μου -αυτά που άκουσα πριν λίγα λεπτά.


«Παρακαλώ;»

«…Αλέξη;»

Την αναγνώρισα αμέσως αλλά η φωνή μου δεν μπόρεσε να βγει. Ένιωσα τον λαιμό μου να καίγεται, σαν τη καρδιά μου πριν οχτώ μήνες.

«Αλέξη μ’ ακούς;.. Η Νεφέλη είμαι»

Δεν χρειαζόμουν επιβεβαίωση. Ένα δυνατό ποτό όμως, σίγουρα. Αρκέστηκα στο να σφίξω με περισσότερη δύναμη το κινητό μου τηλέφωνο. Δεν κατάλαβα αν έτρεμα από νεύρα ή από ευχάριστη ταραχή.

«Ναι, σε αναγνώρισα» έφτυσα μέσα από τα δόντια μου. «Απλά έμεινα έκπληκτος.»

«Καταλαβαίνω… Πρέπει όμως να τα ξεχάσεις όλα αυτά. Δεν έχουμε πολύ χρόνο, μ’ ακούς;» Ακουγόταν αναστατωμένη. «Έλα να με πάρεις από εδώ, σε παρακαλώ…»

«Τι σου συμβαίνει;»

«Δεν… δεν μπορώ να σου εξηγήσω. Το μόνο που ζητάω είναι να έρθεις… Φοβάμαι πολύ εδώ μόνη μου… Θεέ μου, φοβάμαι πολύ», είπε κλαψουρίζοντας.

«Δεν σε καταλαβαίνω… Που βρίσκεσαι;»

«Στην παραλία. Θυμάσαι;»

«Ναι, θυμάμαι.», απάντησα με μια δεύτερη ηλέκτριση από έκπληξη. Πώς να είχα ξεχάσει άλλωστε το μέρος που την είχα γνωρίσει πριν δύο χρόνια; «Γιατί είσαι εκεί;»

«Έλα γρήγορα! Σε ικετεύω…», φώναξε ακόμα πιο αναστατωμένη.

«Νεφέλη…»

Αργά! Η κλήση κόπηκε απότομα κι έμεινα να ακούω το τίποτα μέχρι να πάρω κάποιες ανάσες. Προσπάθησα να καλέσω τον αριθμό της, αλλά μάταια. Κλειστό.


Το στόμα μου είχε στεγνώσει εντελώς και κατέβασα στα γρήγορα πέντε, έξι δυνατές γουλιές από το πρώτο μπουκάλι που βρήκα μπροστά μου. Δεν είναι κι ότι καλύτερο να ξεκινάω τη μέρα μου με αλκοόλ, το ξέρω. Από την άλλη όμως, ήμουν σίγουρος ότι η μέρα μου είχε ήδη γαμηθεί.


Και τώρα εδώ. Έχω κλείσει είκοσι λεπτά πίσω από το τιμόνι και κοντεύω να φτάσω στην παραλία. Τι μπορεί να της συμβαίνει; Προσπαθώ να αποβάλλω όλα τα άσχημα σενάρια από το μυαλό μου αλλά δεν τα καταφέρνω. Στη σκέψη και μόνο ότι η ζωή της κινδυνεύει, αυξάνω ακόμα περισσότερο τη ταχύτητα. Προσπερνάω τα μπροστινά αμάξια, οδηγώντας μανιασμένα στο αντίθετο ρεύμα. Που διάολο πάνε όλοι αυτοί, γαμώτο; Σιχαίνομαι τις καθυστερήσεις. Ειδικά όσες έχουν να κάνουν με τη Νεφέλη.

Λίγα μέτρα όμως ακόμα. Λίγα μέτρα και…

Μου περνάει από το μυαλό κάτι που δεν είχα σκεφτεί ως τώρα. Πως θ’ αντιδράσω που θα την ξαναδώ μετά από τόσο καιρό; Με χαρά; Όχι... Με οργή; Και πάλι όχι... Σίγουρα όμως έχουμε πολλά να πούμε. Αρκεί όμως να ξεκαθαρίσω πρώτα το μυστήριο. Ναι, προέχει αυτό.

Παρατάω το αυτοκίνητο στην παραλία, αφήνοντας πίσω μου την πόρτα ανοιχτή και τον ενοχλητικό επαναλαμβανόμενο ήχο που με ειδοποιεί για την αφηρημάδα μου. Έκτος κι αν το αμάξι μου έχει ζωή και προσπαθεί να φωνάξει με τον δικό του τρόπο να τρέξω πιο γρήγορα κοντά στη Νεφέλη. Κι αυτό κάνω τώρα.

Μπροστά μου η ακτή δείχνει άδεια. Κανένα ίχνος ζωής… Μαύρα πυκνά σύννεφα έχουν καλύψει τον ουρανό, λες και ρούφηξαν ότι ζωντανό είχε απομείνει σ’ αυτή τη ξεχασμένη παραλία. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στη ταραγμένη θάλασσα. Τόσο ταραγμένη όσο και η φωνή της Νεφέλης στο τηλέφωνο. Τα πελώρια κύματα σκάνε στα βράχια με δύναμη και μικρές σταγόνες νερού βρέχουν τώρα το δέρμα μου. Σκοτεινός ουρανός, σκοτεινή θάλασσα και η δική μου σκοτεινή ψυχή. Όλα μοιάζουν σκοτεινά.

Νεφέλη…

Μάλλον ήρθα αργά!

Ο δυνατός αέρας σηκώνει κόκκους από άμμο που με χτυπάνε δυνατά στο πρόσωπο. Κάποια δάκρυα αρχίζουν να βγαίνουν από τα μάτια μου -αλλά δεν ξέρω αν ευθύνονται μόνο οι κόκκοι της άμμου.

Νεφέλη… Κορίτσι μου…

Που μπορεί να βρίσκεσαι;

Κοιτάζω ξανά τη ταραγμένη θάλασσα, αλλά το μετανιώνω αμέσως και γυρνάω το κεφάλι με αποστροφή. Ξεκινάω να φωνάξω δυνατά το όνομά της, αλλά… αλλά τη τελευταία στιγμή κάτι με σταματάει.

Είναι ένα γνωστό άρωμα που με τυλίγει όλο και περισσότερο… Αυτό που πριν από  μερικούς μήνες τύλιγε τα  μαξιλάρια και τα σεντόνια του κρεβατιού μου. Ναι, αυτό είναι, αποκλείεται να κάνω λάθος. Ένας αρωματικός συνδυασμός γιασεμιού και βανίλιας σκορπισμένος στο δέρμα της πιο όμορφης γυναίκας που γνώρισα ποτέ.

Ίσως τελικά να μην ήρθα αργά…

Γυρίζω απότομα πίσω και χωρίς να έχω προλάβει ν’ ακούσω τα βήματά της, εκείνη πέφτει πάνω μου για να με αγκαλιάσει. Το μαγευτικό της άρωμα με πλημμυρίζει και με μεθάει ευχάριστα. Ασυναίσθητα την αγκαλιάζω κι εγώ, σαν να μην έφυγε ποτέ από κοντά μου, σαν να μην υπήρξαν ποτέ οι τελευταίοι οχτώ μήνες. Η Νεφέλη ανασηκώνει ελαφρά το πανέμορφο πρόσωπό της για να με δει. Το γοητευτικό χαμόγελό της σπάει την καρδιά μου σε χίλια κομμάτια, αλλά δεν θέλω να της το δείξω. Ελπίζω να κρατηθώ και να μην τη φιλήσω.

Τα μεγάλα μαύρα μάτια της καρφώνουν τα δικά μου. Λάμπουν τόσο πολύ που μοιάζουν με δύο κάρβουνα αναμμένα.

«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι που ήρθες!», ψιθυρίζει και με σφίγγει πιο δυνατά στην αγκαλιά της.

«Τι σου συνέβη; Με ανησύχησες πολύ στο τηλέφωνο!»

«Δεν άντεχα άλλο τη μοναξιά … Είχα αρχίσει να φοβάμαι»

«Τι κάνεις μόνη σου εδώ;»

«Δεν ξέρω. Απλά, ένιωσα την ανάγκη να έρθω εδώ που γνωριστήκαμε. Μου έλειψες… Τόσοι μήνες…»

«Εσύ ήσουν αυτή που έφυγε χωρίς να δώσει εξηγήσεις, όχι εγώ!»

«Τώρα όμως είμαι πάλι πίσω. Συγγνώμη που έφυγα… Πραγματικά συγγνώμη!»

Αυτή είναι η Νεφέλη. Παρορμητική. Σήμερα είναι εδώ και με αγκαλιάζει κοιτώντας το πρόσωπό μου με δύο κάρβουνα αναμμένα. Αύριο ίσως να έχει φύγει πάλι. Να κυνηγάει μια ευτυχία που πάντα τρέχει γρηγορότερα από εκείνη και που ποτέ δεν τη φτάνει. Αλλά ίσως κάποτε να το καταφέρει. Μάλλον, σίγουρα θα το καταφέρει. Γιατί αυτή είναι η Νεφέλη. Επίμονη… Παρορμητική και επίμονη.    

«Ακόμα με κοιτάζεις τόσο έκπληκτος… Δεν χαίρεσαι που με ξαναβλέπεις;»

Αλλά αυτός είμαι κι εγώ.

«Μάλλον δεν χαίρεσαι… Ίσως τελικά να ήταν καλό για σένα που έφυγα.»

Δεν είμαι άνθρωπος συνηθισμένος στις εκπλήξεις. Αυτό είναι όλο. Και η Νεφέλη πάντα ήταν η πιο μεγάλη κι ευχάριστη έκπληξη της ζωής μου, αλλά ποτέ δεν της το είπα. Ούτε της το έδειξα. Γιατί αυτός είμαι εγώ.

«Το είχα υποψιαστεί ότι δεν σου ήμουν αρκετή για σένα…»

Λάθος! Δεν είχε καταλάβει καθόλου καλά και τώρα θέλω πάλι να τη φιλήσω μέχρι να μου κοπεί η ανάσα, αλλά φοβάμαι ότι ίσως αυτό βγει σε δικό μου λάθος. Ίσως θα ήταν  καλύτερο να της κάνω την ερώτηση…

«Γι’ αυτό έφυγες;»

Την βλέπω να αιφνιδιάζεται, αλλά τελικά μου απαντάει διστακτικά:
«Το έκανα… το έκανα και για τους δυο μας.»

«Μίλα πιο συγκεκριμένα, σε παρακαλώ... Τι εννοείς;»

«Αλέξη…», φοράει πάλι εκείνο το μοναδικό της χαμόγελο. «Δεν είναι η κατάλληλη ώρα για ερωτήσεις. Χαλάς τη στιγμή…»

Πρώτα με αφοπλίζει και μετά με πυροβολεί κατευθείαν στη καρδιά. Μόνο μ’ ένα χαμόγελο για όπλο και δέκα λέξεις για σφαίρες.

«Δεν άντεξα άλλο χωρίς εσένα! Γύρισα επειδή κοντά σου είμαι ευτυχισμένη»

Τα λόγια της ίσως να μην τα πιστεύω. Ούτε το χαμόγελό της. Τα μάτια της όμως… αυτά τα δύο στρογγυλά αναμμένα κάρβουνα που όσο με κοιτούν φωτίζονται και πετάνε σπίθες… Ναι, αυτά τα πιστεύω.

«Ας πάμε σπίτι», της λέω.

«Ναι, πάμε! Έχω παγώσει εδώ»

Φτάνουμε στο αμάξι αγκαλιασμένοι. Η καμπίνα του αυτοκινήτου πλημμυρίζει με το άρωμα της. Μου χρωστάει εξηγήσεις, αλλά όσο τα δευτερόλεπτα κυλούν και είμαι πάλι μαζί της, όσο μυρίζω το άρωμά της δεν έχω καμία όρεξη να μάθω. Ίσως η Νεφέλη να έχει δίκιο –δεν πρέπει να χαλάσουμε τη στιγμή. Και όλα δείχνουν να κυλούν υπέροχα… Ανάβω τη μηχανή και ξεκινάμε τον δρόμο για την επιστροφή στο σπίτι.
                                                ------------------

Μια ηλικιωμένη γυναίκα στην άκρη του παραλιακού δρόμου μου κάνει οτοστόπ. Όσο πλησιάζω προς το μέρος της κόβω ταχύτητα. Τα τελευταία λεπτά έχω πολύ καλή διάθεση, θα μπορούσα να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Γιατί όχι, λοιπόν; Δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω και ο καιρός είναι χάλια.
«Γιατί επιβραδύνεις;»
«Γριά στα είκοσι μέτρα! Να την πάρουμε;»
«Είσαι τρελός;» ο τόνος της Νεφέλης είναι ανήσυχος κι απότομος «Προσπέρασέ την, σε παρακαλώ…»
«Μα, γιατί; Μπορεί ο προορισμός της να είναι στον δρόμο μας…»
«Είπα! Προσπέρασέ την! Μη τολμήσεις να βάλεις αυτήν στο αυτοκίνητο»
Αργά! Έχω ήδη φρενάρει λίγα μέτρα μπροστά της. Το απότομο ξέσπασμα της Νεφέλης μ’ έχει σοκάρει και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που σταμάτησα το αμάξι τόσο απότομα.
«Τι σ’ έπιασε;»
«Πάμε να φύγουμε, γαμώτο! Σε προειδοποιώ…. Πάτα το γκάζι και φύγε τώρα!»
Πρώτη φορά η Νεφέλη ξεσπάει έτσι. Η λάμψη των ματιών της έχει χαθεί –τώρα δεν μοιάζουν με δύο στρογγυλά αναμμένα κάρβουνα. Δεν υπάρχουν πια εκείνες οι σπίθες ευτυχίας, παρά μόνο δύο μεγάλες μαύρες τρύπες.
«Δεν σ’ αναγνωρίζω», της λέω καρφώνοντας το βλέμμα πάνω της. Η γριά χτυπάει διακριτικά το τζάμι της Νεφέλης κι εγώ το ανοίγω για να μας μιλήσει.
«Συγγνώμη, θα μπορούσατε να με πάτε λίγο πιο κάτω;»
Γνέφω καταφατικά και της κάνω νόημα να κάτσει στο πίσω κάθισμα. Η Νεφέλη με κοιτάζει με πρόσωπο αγριεμένο –σχεδόν αλλοιωμένο και με πλησιάζει για να μου ψιθυρίσει κάτι.
«Μόλις τα κατέστρεψες όλα!»
Η γριά κλείνει την πόρτα κι εγώ ξεκινώ να οδηγώ μηχανικά, προσπαθώντας να συνέλθω από την αλλόκοτη συμπεριφορά της Νεφέλης. Κοιτάζω από τον καθρέφτη την συνεπιβάτισσα μας, αλλά μου φαίνεται απόλυτα φυσιολογική.
«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την εξυπηρέτηση! Ο Θεός να σας έχει καλά!»
«Κανένα πρόβλημα!»
«Γυρνάτε από την παραλία;»
Η Νεφέλη δεν απαντάει οπότε αναγκάζομαι να το κάνω εγώ, παρόλο που δεν έχω όρεξη για περισσότερη κουβέντα αυτή τη στιγμή. Ελπίζω να το καταλάβει αυτή εκεί πίσω και να βγάλει τον σκασμό μέχρι να φτάσουμε.
«Πρέπει να είχε πολύ κόσμο. Ο καιρός σήμερα είναι θαυμάσιος»
Τι είναι πάλι αυτό;
Ένα είδος αστείου τρίτης ηλικίας; Ο καιρός είναι κρύος και συννεφιασμένος, τόσο πολύ που…
Μια στιγμή…
Τι διάολο;
Κλείνω τα μάτια και τα ξανανοίγω. Τώρα ο ήλιος μπροστά με τυφλώνει κι αισθάνομαι μια ανυπόφορη ζέστη σε όλο μου το σώμα. Το κάνω ξανά. Συννεφιά και πάλι -αλλά μόνο για μια στιγμή. Ο ήλιος εμφανίζεται κι αισθάνομαι ιδρωμένος από τον καύσωνα. Στον ουρανό δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο.
Τι μου συμβαίνει;
Όσο ψάχνω μια απάντηση το μουρμουρητό της γριάς που δεν έχει βάλει γλώσσα μέσα της, μου τη δίνει στα νεύρα.
«Φούρνος είναι εδώ μέσα. Μήπως μπορείτε ν’ ανοίξετε ένα παράθυρο; Αν και νομίζω ότι μπορώ να σου μιλάω στον ενικό νεαρέ μου, έτσι;»
Στον ενικό!
Κοιτάζω τη Νεφέλη δίπλα μου. Και τα χάνω. Το όμορφο πρόσωπό της –ή μάλλον αυτό που κάποτε ήταν το όμορφο πρόσωπο της- τώρα έχει γίνει μια σταχτί άμορφη μάζα που διαλύεται σαν σκόνη που τη φυσά ο άνεμος. Τα δύο στρογγυλά αναμμένα κάρβουνα που είχε για μάτια δεν είναι στη θέση τους. Τίποτα δεν είναι στη θέση του. Ακόμα και το άρωμά της –εκείνος ο συνδυασμός γιασεμιού και βανίλιας- έχει μετατραπεί σε μια ανυπόφορη μυρωδιά που θυμίζει κάτι καμένο.
Δεν μπορεί!
Αρπάζω το κινητό μου και κοιτάζω τις εισερχόμενες κλήσεις. Η λίστα είναι άδεια. Δεν έλαβα κανένα τηλεφώνημα σήμερα το πρωί…
Τελικά έκανα όντως λάθος, δεν έπρεπε να βάλω τη γριά στο αυτοκίνητο. Χάλασε τη στιγμή!
«Είσαι καλά, νεαρέ; Φαίνεσαι κάπως ανήσυχος»
«Το ξέρω!», απαντάω. «Απλά, δεν είμαι άνθρωπος συνηθισμένος στις εκπλήξεις»
Και τώρα, κοιτώντας το άδειο κάθισμα του συνοδηγού, μια σκέψη περνάει μόνο από το μυαλό μου. 
Ότι όσο φωτεινά κι αν δείχνουν δύο στρογγυλά κάρβουνα αναμμένα, όσο κι αν σιγοκαίνε, ένα πράγμα είναι σίγουρο. Ότι δεν θα αργήσει πολύ η στιγμή που θα γίνουν στάχτη και θα χαθούν.

                                                                        ΤΕΛΟΣ 
      


   

        


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου